Δευτέρα, Ιανουαρίου 28, 2008

Σκληρό πόκερ...


(H φρέσκια "Μαύρη Κερκίδα", που δημοσιεύεται στο σάιτ της εφημερίδας "Πρώτο Θέμα")


Ο ρόλος του δημοσιογράφου είναι, βασικά, διπλός: εκτός από το ενημερώνει, οφείλει και να κρίνει. Και η Μαύρη Κερκίδα είναι δημοσιογραφική στήλη. Αν και τις τελευταίες μέρες έχει μείνει στήλη άλατος.

Κι αυτό διότι η Μαύρη Κερκίδα διαψεύστηκε παταγωδώς προτού το μελάνι στεγνώσει. Κι έγινε σαν τη γυναίκα του Λωτ ένα πράμα. Μόνο που η Μαύρη Κερκίδα δεν αντίκρισε τα Σόδομα να παίρνουν φωτιά, αντίκρισε να παίρνουν φωτιά τα μπατζάκια της.

Η Μαύρη Κερκίδα, λοιπόν, οφείλει, εκτός από την κριτική της, να κάνει και την αυτοκριτική της. Γιατί αλλιώς κινδυνεύει να μείνει στήλη άλατος μια ζωή. Ή έστω να μεταμορφωθεί σε στήλη Ολυμπίου Διός (η οποία από στήλη έχει μεταμορφωθεί εσχάτως σε στύλο).

«Άνοιξε, λοιπόν, τα χαρτιά του τελικά ο Ανδρέας Βγενόπουλος. Αλλά ο Τζίγκερ εξακολουθεί να κρατάει κλειστά τα δικά του. Και δεν πάει πάσο. Όσο για ρελάνς, ούτε να το συζητάς».

Αυτά έγραφε, λοιπόν, τις προάλλες η Μαύρη Κερκίδα για τον Τζίγκερ. Το λάθος δικό της. Το ποντάρισμα δικό του.

Κι ευτυχώς να λες που η στήλη έχει απλώς το ρόλο του παρατηρητή και δεν συμμετέχει στο παιχνίδι. Καθότι το πόκερ που παίζεται είναι σκληρό. Και δεν συγχωρούνται λάθη. Ούτε πάθη. Μα αν δεν πάθει, πώς θα μάθει;

Το τελευταίο έχει να κάνει ασφαλώς με τον παίκτη Ανδρέα. Νεόφερτος στο παιχνίδι, δεν ήξερε. Δε ρώταγε; Και πήγε και ποντάρισε τα ρέστα του. Και στα ρέστα ρελάνς δεν χωράει. Απλώς ποντάρεις. Ή πας πάσο. Για να μη μείνεις στον άσο.

Μόνο που ο παίκτης Τζίγκερ, κατά πως φαίνεται, δεν είχε μόνο έναν άσο. Είχε στο χέρι τρεις άσους και έναν παπά. Στην αλλαγή πάει να πάρει και τον τέταρτο άσο. Και να κάψει τον παπά. Ή έστω τον Παπαδόπουλο.

Έχουμε και λέμε: Πρώτος άσος ο Ποστίγκα. Δεύτερος ο Σπυρόπουλος. Τρίτος ο Σαλπιγγίδης (ανανέωση συμβολαίου + διπλό στην Τούμπα). Ο τέταρτος είναι κρυφός. Τουλάχιστον μέχρι να τον φανερώσει.

Μόνο που το πόκερ, είπαμε, είναι σκληρό. Και κάθε άλλο παρά οικογενειακό. Δεν μετέχουν δηλαδή μόνο ο παίκτης Τζίγγερ και ο παίκτης Ανδρέας. Συμμετέχουν κι άλλοι παίκτες, σκληροί κι αμείλικτοι. Που δεν βλέπουν με καλό μάτι τους άσους του Τζίγγερ. Και δεν πρόκειται να το περάσουν στο ντούκου.

Πρώτος και καλύτερος, ο παίκτης Ντέμης. Που μέχρι στιγμής έχει συγκεντρώσει μπροστά του τις περισσότερες μάρκες. Μάρκα μεγάλη, βέβαια, και ο ίδιος. Το μόνο που φοβάται είναι τα μαρκαρισμένα φύλλα. Και τα σκληρά μαρκαρίσματα στον Ριβάλντο.

Ακολουθεί κατά πόδας ο παίκτης Πέτρος. Που δεν σκοπεύει ν’ αφήσει ούτε τον παίκτη Ντέμη ούτε τον παίκτη Τζίγγερ να του πάρουν τα ηνία. Πολύ έμπειρος παίκτης, άλλωστε, μόνιμος πρωταθλητής στο πόκερ. Και στο σόκερ.

Η παρτίδα, λοιπόν, αναμένεται σκληρή. Και απρόβλεπτη. Το μόνο βέβαιο είναι ότι αυτός που θα έχει τον τελευταίο λόγο θα είναι ο παίκτης Τζίγκερ. Καθότι θα κάνει την απονομή.


Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/

Δευτέρα, Ιανουαρίου 21, 2008

Στο ίδιο έργο...



(Το παρακάτω κείμενο δημοσιεύεται στο σάιτ της εφημερίδας "Πρώτο Θέμα")


Κι έψαχνα να βρω τι μου θυμίζει… Τελικά το βρήκα: Το πρωτάθλημα της Superleague μου θυμίζει κινηματογραφικό συγκρότημα Multiplex. Με τη μόνη διαφορά ότι σ’ όλες τις αίθουσες παίζει το ίδιο έργο.

Στο ίδιο έργο θεατές… Και το χειρότερο είναι πως αυτό το έργο δεν βλέπεται με τίποτα. Χίλιες φορές στα Village. Άσε που εκεί είναι και πιο φτηνό το εισιτήριο.

Δέκα γκολ σημειώθηκαν σε οχτώ παιχνίδια. Στα έξι απ’ αυτά σημειώθηκε μόλις από ένα. Όπως λέει και το παλιό σύνθημα, ένα και να καίει. Και ο φίλαθλος να κλαίει. Τα λεφτά του.

Ύστερα από το υπερθέαμα που απολαύσαμε και σ’ αυτή την αγωνιστική, κανείς πλέον δεν πρέπει ν’ αναρωτιέται γιατί τα γήπεδα αδειάζουν. Και τα Village γεμίζουν.

Εντάξει, θα μου πείτε, τα πράγματα μπορεί να βελτιωθούν. Άλλωστε, έγιναν και μεταγραφές τον Γενάρη. Για παράδειγμα, οι Ολυμπιακοί ανυπομονούν να δουν τον Φερνάντο Μπελούτσι. Και όλοι οι υπόλοιποι τη Μόνικα Μπελούτσι.

Βέβαια, ο αντίλογος εδώ είναι ότι τελευταία η Μόνικα πρωταγωνιστεί σε σούπες. Και μάλιστα ανάλατες. Παρόλα αυτά, υπάρχει η Μόνικα που, αν μη τι άλλο, τις κάνει πιπεράτες.

Τη δική μας τη σούπα όμως που βλέπουμε κάθε Κυριακή δεν υπάρχει κανείς να την κάνει πιπεράτη. Εντάξει, δεν λέω, κάποιοι προσπαθούν. Όπως π.χ. ο Παπαδόπουλος, που έβγαλε γλώσσα στον Πεσέιρο. Πιπέρι στη γλώσσα.

Και αντί κάτι τέτοια παλικάρια να τα έχουν στα όπα όπα, τους δείχνουν την πόρτα της εξόδου. Τι έκανε ο άνθρωπος; Απλώς είπε δυο φωνήεντα στον Πεσέιρο. Και ο Πεσέιρο του είπα άλλα τόσα. Έτσι νοστιμεύει η σούπα. Σου ’πα – μου ’πες.

Το μαγείρεμα της συγκεκριμένης σούπας πάντως πέρασε από πολλά στάδια. Και κυρίως από το στάδιο Καραϊσκάκη, όπου ο Παπαδόπουλος έχασε πέναλτι. Και στους βάζελους δεν άρεσε αυτή η σούπα. Οι γαύροι φυσικά την απόλαυσαν. Ψαρόσουπα.


Θα με βρείτε και εδώ:
http://www.fasoulasonline.com

Παρασκευή, Ιανουαρίου 18, 2008

Χέρια: Μία ακόμα εκδοχή

Έλαβα με μικρή καθυστέρηση από τη φίλη Κατερίνα μια ακόμα εκδοχή για το τέλος της μίνι νουβέλας (ή του μεγάλου διηγήματος, αν προτιμάτε) "Χέρια". Φυσικά και την ανεβάζω αμέσως, αξίζει τον κόπο:

(Στο προηγύμενα ποστ μπορείτε να διαβάσετε το ανοκλοκλήρωτο διήγημα και τις υπόλοιπες εκδοχές τέλους).


Ξαφνιάστηκε όταν ο... Γουϊνι έκοψε απότομα την κουβέντα..
Έκπληκτος τον είδε ταραγμένο, να σηκώνεται και αφήνοντας σύξυλη την ωραία, να εξαφανίζεται στα ενδότερο του μαγαζιού. Το ίδιο έκπληκτη ήταν και η συνοδός του. Όχι για πολύ όμως.
-Ζακόπουλε, μη φεύγεις, μην κρύβεσαι φώναξε απειλητικά μια γυναίκα με μαύρα γυαλιά που κράδαινε μιαν ανοιχτόχρωμη, άσπρη θαρρείς ομπρέλλα.
΄Ωστε ο ερωτιάρης Φώτης, ο ανοικονόμητος Γουΐνι, ήταν ο πολύς Ζακόπουλος, μάγος και διαχειριστής των κονδυλίων της πολιτιστικής κληρονομιάς.. Τώρα καταλάβαινε, από την κουβέντα που προηγήθηκε, γιατί απορρίφθηκε η αίτησή του για την οργάνωση σεμιναρίων για τη δομή του Μυθιστορήματος.. Είχε προηγούμενα με τους διάσημους και ευπώλητους συγγραφείς!
Η γυναίκα πλησίασε απειλητική το τραπέζι που καθότανε πριν ο Γουΐνι. Πρόσεξε την αταραξία που διαδέχτηκε στο πρόσωπο της μελαχρινής γυναίκας την έκπληξη και αρχική ταραχή. Αντιμετώπισε ενοχλημένη και ερωτηματικά τη θυμωμένη Ζακοπούλου.
Αποφάσισε να δράσει. Τι σόι συγγραφέας με αποδεδειγμένη έμπνευση ήταν! Σκέφθηκε δευτερόλεπτα. Αποκλείεται η εκνευρισμένη κυρία να τον είχε καν προσέξει. Γλίστρισε προσεκτικά απαρατήρητος με το αντίτυπο του βιβλίου του στο χέρι προς την είσοδο του μαγαζιού. Το βασικό στόρυ το είχε σχηματίσει και υπολόγιζε πολύ στον αυτοσχεδιασμό του και την εξυπνάδα του ζευγαριού.
Μπήκε ξανά στο μαγαζί με εννοούμενα εσκεμμένο θόρυβο.
-Εδώ είναι φώναξε κραδαίνοντας το βιβλίο του στην γυναίκα της παραλίας, του φάνηκε ότι τον κύτταξε έκπληκτη πίσω από τα γυαλιά της όσο και η γυναίκα του Ζακόπουλου.
-Που είναι ο φίλος μου, ρώτησε, που καθόμαστε πριν εδώ; Ο Φώτης ο Ζακόπουλος;
-Γνωρίζετε τον άνδρα μου, του είπε επιθετικά η μαινόμενη.
- Χαίρομαι που σας γνωρίζω επιτέλους κ.Ζακοπούλου, Στέλιος Στεργιάδης, συγγραφέας. Είχαμε ραντεβού με το φίλο Φώτη, για κάποια αίτηση επιχορήγησης που έχω κάνει στην επιτροπή πολιτιστικής κληρομιάς!
-Κυρία μου, στράφηκε προς την πέτρα του σκανδάλου, ιδού το αντίτυπο του νέου βιβλίου μου με αφιέρωση και αυτόγραφο. Λυπάμαι δεν συγκράτησα το ονοματάκι σας αλλά νομίζω ότι η αφιέρωση εις την άγνωστη θαυμάστρια και το κολακευτικό σχόλιο, καλύπτει την παράλειψη.
Υπνωτισμένη άπλωσε εκείνη το χέρι της κυτάζοντας μια αυτόν και μια τη σύζυγο Ζακόπουλου.
-Σας ευχαριστώ πολύ! Ελπίζω να δούμε γρήγορα το επόμενο μυθιστόρημά σας!
Του χαμογέλασε και άνοιξε ουρανό! Έβαλε το βιβλίο στην τσάντα της και με νωχελικό βήμα πήγε πίσω στην ξαπλώστρα της παραλίας.
-Καθίστε κ. Ζακοπούλου, να σας προσφέρουμε και εσάς κάτι; Ένα ουζάκι ίσως;
Κατευνασμένη η γυναίκα αλλά ακόμα καχύποπτη, κάθισε. Σε λίγο ξεχάστηκε στην κουβέντα του «γνωστού και γοητευτικού» συγγραφέα.
-Ο Φώτης, αργεί, είπε ξαφνικά.
-Πάω να δώ τι του συμβαίνει πρότεινε εκείνος.
Χάθηκε στο βάθος του μαγαζιού. Ο Φώτης ήταν μισοκρυμμένος πίσω από ένα βαρέλι μπύρας και ένα σακί πατάτας. Γελοία εμφάνιση. Μόρφασε υποτιμητικά αλλά βιάστηκε να χαμογελάσει.
-Ελάτε πίσω φίλε μου, είμαι ο συγγραφέας... και έπεισα τη σύζυγό σας ότι το ραντεβού ήταν μαζί μου για μια αίτηση που έχω κάνει στην επιτροπή σας, για σεμινάρια οργάνωσης Μυθιστορήματος. Μεταξύ ανδρών χάρη..
Ζεματισμένος πρόβαλε ο Ζακόπουλος. Δεν πίστευε και πολύ στα μάτια και στην τύχη του..
-Είσθε πράγματι ο Στεργιάδης, ψιθύρισε. Και η..
- Μη φοβάστε όλα τακτοποιήθηκαν. Είμαι εγώ στο τραπέζι σας με την κυρία σας. Πρέπει όμως να μας καλύψει ο σερβιτόρος, σας τον στέλνω και έρχεσθε μετά.
Έγνεψε στον σερβιτόρο και του ψιθύρισε κάτι χαμηλόφωνα. Βγήκε και πλησίασε τη Ζακοπούλου με το γνωστό αστραφτερό και γοητευτικό του χαμόγελο.
-Ερχεται, της είπε, χρειάστηκε τουαλέτα..
Θα χαρώ να φάμε μαζί μετά από αυτή την απρόσμενη σύμπτωση..
Χαμογέλασε πλατιά. Τι είναι η ζωή και τα παράξενά της. Ασφαλώς θα προωθήσει την αίτησή του ο Ζακόπουλος. Χέρι με χέρι.. Το ένα χέρι νίβει τ άλλο... Χέρια μαχαίρια!
Άραγε θα προλάβει την όμορφη «θαυμάστριά» του στην παραλία, μετά το τραπέζι με τους συμφιλιωμένους Ζακόπουλους;


Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/

Δευτέρα, Ιανουαρίου 14, 2008

Χέρια: Εκδοχή 6η (η δική μου)

Η έκτη και τελευταία εκδοχή τέλους του διηγήματος "Χέρια" είναι η δική μου. Χωρίς περαιτέρω σχόλια, πάμε στο "ζουμί". Αφού πρώτα βέβαια σας θυμίσω το κλασικό, τα λινκ δηλαδή, όπου μπορείτε να διαβάσετε το έως τώρα ανολοκλήρωτο διήγημα:

Χέρια (Α΄ μέρος)
Χέρια (Β΄ μέρος)
Χέρια (Γ΄ μέρος)

Πάμε, λοιπόν:


«Με συγχωρείτε που παρεμβαίνω, αλλά συμφωνώ απόλυτα με την κυρία…»
Δεν είχε αντέξει άλλο. Ακούγοντας το φλογερό λογύδριο της γυναίκας, είχε νιώσει την ακατανίκητη παρόρμηση να γυρίσει και να της δώσει ένα σβουρηχτό φιλί. Τελικά περιορίστηκε σε μια απλή παρέμβαση.
Περίμενε ν’ ακούσει από τον Γουίνι μια απάντηση του στιλ «Χεστήκαμε που συμφωνείς με την κυρία» ή κάτι τέτοιο, αλλά δεν άκουσε απολύτως τίποτα. Απλώς ο τύπος τον κοίταζε συνοφρυωμένος. Και η γυναίκα έκπληκτη. Πήρε θάρρος, λοιπόν, και συνέχισε:
«Ο Κοέλο, κατά τη γνώμη μου, έγραψε ένα καλό βιβλίο. Ένα απλώς καλό βιβλίο. Από τη στιγμή, λοιπόν, που το βιβλίο αυτό είχε τέτοια απρόσμενη επιτυχία και μάλιστα παγκοσμίως, ο Κοέλο… ο Κοέλο…»
Μα γιατί τον κοιτούσε έτσι η γυναίκα; Τον κοιτούσε με μάτια που έλαμπαν, μάτια γεμάτα έξαψη. Τα χείλια της μισάνοιξαν, σχηματίζοντας ένα αχνό χαμόγελο. Κι εκείνος άρχισε να χάνει τα λόγια του.
«…ο Κοέλο έγινε… ο Κοέλο, θέλω να πω, αυτονακηρύχτηκε… δηλαδή όχι ακριβώς αυτονακηρύχτηκε, αλλά… αυτό που θέλω να πω είναι ότι… ότι ο Κοέλο…»
«Δεν το πιστεύω!» αναφώνησε ξαφνικά η γυναίκα. «Δεν το πιστεύω!» επανέλαβε.
Διέκοψε το τραύλισμά του και την κοίταξε ερωτηματικά.
«Τι δεν πιστεύετε;» τη ρώτησε.
«Δεν το πιστεύω» ξανάπε εκείνη, πιο ήρεμα αυτή τη φορά. «Μα εσείς δεν είστε… εσείς δεν είστε ο Νίκος Σιγάλας; Ο συγγραφέας;»
Ξαφνικά κατάλαβε. Συνειδητοποίησε, έστω και καθυστερημένα, ποιος ήταν ο «αντικειμενικά πολύ ωραίος άντρας και καταπληκτικός συγγραφέας»… Κι αμέσως, αφού πρώτα έριξε μία ακόμα νοερή μούντζα στον αργόστροφο εαυτό του, ένιωσε μέσα του να λιώνει σαν το κεράκι της λαμπρής.
Προσπάθησε να φορέσει το λόγιό του χαμόγελο, μα το μόνο που του βγήκε ήταν μια γελοία γκριμάτσα.
«Με αναγνωρίσατε;» είπε ταπεινά.
«Φυσικά και σας αναγνώρισα! Σας έβλεπα και νωρίτερα στην παραλία να διαβάζετε Ντοστογέβσκι. Η αλήθεια είναι ότι μου θυμίζατε αόριστα κάποιον, αλλά με τα γυαλιά ηλίου και το καπελάκι που φορούσατε, ξέρετε…»
Τον έβλεπε και νωρίτερα στην παραλία… Η φράση της αυτή τον όπλισε με περίσσιο θάρρος.
«Ξέρω, ξέρω, θα πρέπει να ’μοιαζα σαν…»
«Τόση ώρα για σας μιλούσαμε» τον διέκοψε η γυναίκα. «Μη μου πείτε πώς δεν το καταλάβατε»
«Για να είμαι ειλικρινής, όχι, δεν το κατάλαβα. Αλλά τώρα…» Έριξε μια ματιά στον Γουίνι, που δεν είχε πει λέξη τόση ώρα. Απλώς είχε μαζευτεί στο καβούκι του σαν σαλιγκάρι σε εποχή ξηρασίας και τον κοιτούσε με τα φρύδια σμιχτά. «Αλλά τώρα καταλαβαίνω τι…» πήγε να συμπληρώσει, αλλά και πάλι η γυναίκα τον διέκοψε.
«Σίγουρα όμως θα καταλάβατε ότι είμαι θαυμάστριά σας, έτσι δεν είναι; Είμαι μεγάλη θαυμάστριά σας, κύριε Σιγάλα! Τα βιβλία σας τα έχω διαβάσει όλα, και μάλιστα δυο φορές. Εκτός από το πρώτο σας».
«Τι να σας πω, νιώθω εξαιρετικά κολακευμένος, νιώθω…» Αλλά σιγά μην τον άφηνε να ολοκληρώσει τη φράση του.
Η γυναίκα σηκώθηκε ξαφνικά όρθια, αφού νωρίτερα είχε πιάσει με μια γρήγορη κίνηση από το τραπέζι το βιβλίο. Όχι του Κοέλο, το άλλο. Το δικό του. Το πρώτο του… Επιτέλους, κατάφερε να το διακρίνει, έστω κι αργά. Αν το είχε διακρίνει νωρίτερα, θα είχε γλιτώσει από μεγάλη –ψυχική, αν μη τι άλλο- ταλαιπωρία. Κάλλιο αργά, ωστόσο, παρά ποτέ.
Η γυναίκα στάθηκε δυο βήματα μακριά του και του έτεινε το χέρι με το βιβλίο.
«Έφαγα τον κόσμο για να το βρω» του είπε. «Όπου κι αν ρώτησα, μου έλεγαν ότι έχει εξαντληθεί»
«Εεε, ναι, η αλήθεια είναι ότι όντως έχει εξαντληθεί και απορώ…»
«Ο επιμένων νικά, όμως, έτσι δεν είναι;»
Η γυναίκα γέλασε και ο τόπος ολόγυρα φωτίστηκε. Ίσως επειδή την ίδια στιγμή άναψαν τα φώτα του δήμου. Είχε ήδη σκοτεινιάσει και ούτε που το ’χε πάρει χαμπάρι.
Τον πλησίασε ακόμα περισσότερο και στάθηκε ακριβώς από πάνω του, λυγίζοντας το ένα της γόνατο σε μια μικρή, χαριτωμένη υπόκλιση.
«Θα μου κάνετε την τιμή να μου το υπογράψετε, κύριε Σιγάλα;»
Πήρε το βιβλίο από το αέρινο χέρι της, αγγίζοντάς το ανάλαφρα, δήθεν τυχαία.
«Πολύ ευχαρίστως. Και, σας παρακαλώ, τα ‘‘κύριε Σιγάλα’’ κομμένα, έτσι; Νίκο να με λέτε. Νίκο να με λες»
«Όπως θέλετε… όπως θέλεις, Νίκο»
Έριξε μία ακόμα ματιά στο Γουίνι, που λούφαζε όλο και περισσότερο στην καρέκλα του, κοιτάζοντάς τον με φανερή έχθρα. Αλλά σιγά μην καθόταν ν’ ασχοληθεί μαζί του τούτη τη στιγμή, τη στιγμή της μεγαλειώδους νίκης του, τη στιγμή του ανεπανάληπτου θριάμβου του, τη στιγμή…
Τη στιγμή που ένιωσε να τον διαπερνάει το σοκ. Ένα σοκ εξίσου μεγαλειώδες, εξίσου ανεπανάληπτο...
«Γράψτε, ‘‘στην Όλγα’’» έλεγε η γυναίκα, μα εκείνος δεν την άκουγε. Δεν άκουγε τίποτα.
Μόνο έβλεπε. Και το μόνο που έβλεπε ήταν το σημάδι.
Η γυναίκα είχε σηκώσει το αριστερό της χέρι ξύνοντας το κεφάλι της αμήχανα, καρτερώντας ανυπόμονα την αφιέρωση. Μα το μυαλό του συγγραφέα είχε αδειάσει πλέον, το κορμί του είχε παραλύσει, το ένα χέρι του έσφιγγε το στιλό και το άλλο το βιβλίο, μα δεν μπορούσε να γράψει λέξη. Άλλωστε, δεν κοιτούσε πια το βιβλίο.
Κοιτούσε το σημάδι.
Ένα κατακόκκινο, ανατριχιαστικό σημάδι, που είχε ρημάξει, είχε κατασπαράξει το βελούδινο δέρμα. Ένα τεράστιο, φρικιαστικό σημάδι, που ξεκινούσε από τη μασχάλη και απλωνόταν σχεδόν μέχρι τον αγκώνα. Από τη μέσα του πλευρά του μπράτσου…

Λίγη ώρα αργότερα, όταν πια το νοσοκομειακό είχε μαζέψει τον Νίκο Σιγάλα («Εγκεφαλικό ανεύρυσμα» έγραψαν την άλλη μέρα οι εφημερίδες) και η ηρεμία στην ερημωμένη παραλία είχε αποκατασταθεί, ο σερβιτόρος άρχισε να συμμαζεύει τα τραπέζια και να τοποθετεί όπως όπως το περιεχόμενό τους στον τεράστιο δίσκο του.
Εκεί, ανάμεσα σ’ ένα αδειανό μπουκάλι μπίρα και μια μισοτελειωμένη τυροκαφτερή, είδε το βιβλίο.
Ακούμπησε το δίσκο στο τραπέζι και το πήρε στα χέρια του. Και τα χέρια του ήταν τραχιά, στιβαρά, χέρια γεμάτα ρόζους, καμιά σχέση με τα μαλακά, λεπτεπίλεπτα, αλαβάστρινα χέρια που απεικονίζονταν στο εξώφυλλο του βιβλίου.
Αυτός, εξάλλου, ήταν και ο τίτλος του:
Χέρια…


Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/

Παρασκευή, Ιανουαρίου 11, 2008

Χέρια: Εκδοχές 3η, 4η και 5η

Εκδοχών τέλους... συνέχεια (και... τέλος, ενδεχομέως) για το διήγημα "Χέρια"!
Σήμερα ανεβάζω τις τρεις τελευταίες εκδοχές, τις πιο σύντομες απ' όλες.
Αν δεν λάβω κι άλλες εκδοχές μέσα στο Σαββατοκύριακο, τη Δευτέρα θα ποστάρω και τη δική μου εκδοχή. Και... όποιος αντέξει!

Θυμίζω -για να μην ψάχνετε- πού μπορείτε να διαβάσετε το έως τώρα ανοκλήρωτο διήγημα:

Χέρια (Α΄ μέρος)
Χέρια (Β΄ μέρος)
Χέρια (Γ΄ μέρος)

Πάμε, λοιπόν, πρώτα στην εκδοχή της φίλης Μανταλένας (της μόνης... μη blogger της παρέας):


Κάρφωσα τα μάτια μου για μια ακόμα φορά στα χέρια της που σαν φίδια κινιόντουσαν με φοβερή επιδεξιότητα και έζησα ένα όνειρο, τέτοιο που με έκανε να νοιώσω τόσο δυνατά συναισθήματα που έγιναν η αρχή του τέλους αυτής της ιστορίας. Βρέθηκα φωλιασμένος στην αγκαλιά της και εκείνη τυλίχτηκε γύρω μου σαν κισσός τόσο σφιχτά τόσο δυνατά που αισθάνθηκα την ανάσα μου να κόβεται. Προσπάθησα να ξεφύγω μα ήταν
αδύνατον τα λατρεμένα χέρια της με έσφιγγαν όλο και πιο πολύ όπου και παραδόθηκα αμαχητί. Ήταν τόσο διαφορετική όταν ήταν κοντά μου, ήταν η αγάπη της σαν την φουρτουνιασμένη θάλασσα που με έπνιξε, ήταν η ψυχή μου σαν πνοή που χάθηκε στο σφιχταγκάλιασμα της. Σηκώθηκα με σταθερό βήμα και απομακρύνθηκα. Την κοίταξα με την άκρη του ματιού μου βυθισμένη στο βιβλίο της που ήταν πράγματι ένα δικό μου
και αγαπημένο μου. Φοβήθηκα να ταράξω αυτή την σκηνή που έμοιαζε ζωγραφικής. Φοβήθηκα να μπω στον κόσμο της. Καλύτερα έτσι πολλές φορές είναι πιο όμορφο να θυμάσαι τις σκέψεις που έκανες και να ονειροπολείς παρά τις πράξεις σου και να πονάς. Παίρνω την αύρα της με μια βαθειά ανάσα, την κλείνω μέσα μου και συνεχίζω τον δρόμο μου, αυτόν που είναι γεμάτος απορίες, εκπλήξεις και αναζητήσεις
Εξάλλου μόνο τότε μπορώ να γράψω, μόνο έτσι μπορώ να ζήσω. Κάθε τι που είναι ανέγγιχτο είναι και μαγικό. Δεν θα το ξεχάσω απλά θα το προσπεράσω και θα γεμίσω με αυτό πολλές επόμενες σελίδες με την γλώσσα της πένας, που άλλωστε την ξέρω τόσο καλά...


Συνεχίζουμε με της εκδοχή της Ρενάτας:


«Τι είναι ο αλχημιστής, αν όχι ένα παραμυθάκι για να κοιμίζει τον κόσμο με συμβουλές του τύπου: Όταν θες κάτι πολύ, όλο το σύμπαν συνωμοτεί μαζί σου. Άσε μας, ρε Φώτη. Αυτή κι αν είναι αφέλεια και μοιρολατρισμός.»
«Ενώ ο άλλος είναι καλύτερος, ε? Τέλος πάντων δε θα τσακωθούμε, βρε μωρό μου, για τους συγγραφείς. Σε πεθύμησα κι η ώρα περνάει. Είναι κρίμα να περνάει άδικα.»
«Βέβαια είναι κι η γυναίκα σου στη μέση. Αχ, βρε Φώτη, άλλο πρόσωπο μου ΄χες δείξει στην αρχή.»
«Εμ τι ήθελες, βρε μωράκι μου, το συγγραφέα σου προσωποποιημένο? Και μετά λες πως δεν είσαι αφελής!»
«Μέχρι εδώ και μη παρέκει, Φώτη. Ναι, χίλιες φορές θα προτιμούσα αυτόν παρά έναν λιγούρη που με πρόσχημα βιβλία και συζητήσεις έχει το μυαλό του μόνο στο κρεβάτι. Εγώ γι αυτό έμεινα μαζί σου, κι όχι για την ομορφιά σου, Φώτη. Εσύ σε μένα είδες μόνο ένα πήδημα και την ευκαιρία ν’ ανεβάσεις τις μετοχές σου. Έχεις την οικογένειά σου και τα παιδιά σου, την επιχείρησή σου.. Τι σου έλειπε, μια γκόμενα που να «φυσάει» όπως λες και με το φίλο σου.»
Μπράβο, ξέσπασμα το πλάσμα. Πολύ τον ζήλευε αυτόν τον συνάδελφό του. Γιατί κι οι δικές του θαυμάστριες να μην είναι έτσι?
«Μα βρε μωράκι μου, δεν είναι έτσι!»
«Φώτη, δεν είμαι χαζή. Μη με κοροϊδεύεις μπρος στα μάτια μου λοιπόν.»
«Έλα βρε μωράκι μου, δε μ΄ αγαπάς πια?» την έπιασε στο φιλότιμο ο Γουίνι.
«Φώτη, απόψε με θύμωσες. Πολύ. Ήρθες σκαστός και βιάζεσαι να φύγεις. Έτσι διεκπεραιωτικά μ’ έχεις και μένα στη λίστα σου. Φύγε και μη μου ξανατηλεφωνήσεις αν δεν σκεφτείς τα όσα συζητήσαμε.»
«Μα...»
«Μην πεις άλλη κουβέντα απόψε, Φώτη. Μόνο σκέψου.»
«Εντάξει, μωράκι μου. Θα σε πάρω αύριο.» ψέλισε ο Γουίνι, έχοντας φάει χοντρή ήττα. «Να θυμηθώ να της στείλω λουλούδια αύριο και κάνα καλό κόσμημα. Πάντα πέφτουν οι γκόμενες μ΄ αυτά. Στην ανάγκη θα την κοπανήσω μια μέρα –ταξίδι για λόγους δουλειάς θα πω στη Νίτσα-να κάτσω μαζί της μπας κι ηρεμήσει. Βρε, μπας και τη διπλαρώνει κάνας άλλος ?Για να ΄χω το νου μου, σκεφτόταν ο Γουίνι.»
Η γυναίκα παρήγγειλε άλλη μια μπύρα στο γκαρσόνι μουρμουρώντας «Άντρες! Όλοι οι σκάρτοι μου τυχαίνουν, γμτ! Κι εγώ που πίστευα πως αυτός ήταν διαφορετικός...»
Αυτή είναι η ευκαιρία μου. Σε λίγο θα φύγει. Πώς θ΄αντιδράσει αν μάθει πως κι εγώ ήμουν συγγραφέας , και ευπώλητος μάλιστα?
Λοιπόν θα οπλιστώ με θάρρος και θα της μιλήσω. Κι αν με παρεξηγήσει ή δεν με βρει του γούστου της. Απ΄ την άλλη μπροστά στο Γουίνι είμαι πολύ καλύτερος. Τι ώρα είναι? Ωχ, πήγε εννιά η ώρα. Πρέπει να γυρίσω πίσω. Θα ΄χει ηρεμήσει τώρα. Ας μην της δώσω λαβές και γι άλλη μουρμούρα.
Σηκώνεται. Ωχ, θα φύγει Αμάν αυτή η ατολμία μου! Τα σχέδια με μάραναν. Αλλά η τσάντα της όμως είν’ εδώ. Α, τουαλέτα πάει. Ωραία, θα της αφήσω το βιβλίο και θα φύγω.
Αν πετύχει, τότε τρέμε Γουίνι…


Ιδού και η -λακωνικότατη- εκδοχή του Σπίθα (και όχι του koulpa, όπως λανθασμένα είχα γράψει αρχικά):


Είμαι διατεθειμένος να πιστέψω οτιδήποτε, με την προυπόθεση ότι θάναι, τελείως, απίστευτο. Αν και ο μόνος τρόπος να απαλλαγούν και οι δύο απο τον πειρασμό, είναι να του... παραδοθούν.


Τα σχόλια δικά σας...


Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

Χέρια: 2η εκδοχή τέλους

Τελικά, ίσως το τρενάρουμε λιγάκι παραπάνω. Καθότι βλέπω ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον και λαμβάνω "υποσχέσεις" για ακόμα περισσότερες συμμετοχές - εκδοχές.
Τέλος πάντων, θα δούμε. Προς το παρόν, συνεχίζουμε με τη δεύτερη εκδοχή, όπως ακριβώς μου την έστειλε ο φίλος Κωστής Γκορτζής. Πριν απ' αυτό, θυμίζω -για να μην ψάχνετε- πού μπορείτε να διαβάσετε το έως τώρα ανοκλήρωτο διήγημα:

Χέρια (Α΄ μέρος)
Χέρια (Β΄ μέρος)
Χέρια (Γ΄ μέρος)

Πάμε, λοιπόν, και στο τέλος του, όπως το εμπνεύστηκε ο Κωστής Γκορζής:


Ορίστε η χωριάτικη», είπε ο σερβιτόρος βροντώντας το πιάτο μπροστά του.
«Τίποτʼ άλλο;» ρώτησε.
«Τίποτα, τίποτα, ευχαριστώ» απάντησε γρήγορα και ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε μουρμουρίζοντας.
Ξανάστησε αυτί.
«Οι εκδότες τους κάνουν όνομα. Δημόσιες σχέσεις και σταρ σίστεμ είναι όλη η υπόθεση».
«Κοίτα, με σαράντα βαθμούς θερμοκρασία, το κορμάκι σου κάρβουνο αναμμένο και τα κάλλη σου φόρα παρτίδα, ε, μου ʽναι δύσκολο να σε αντικρούσω βρε μωράκι μου, πάμε να πούμε τα δικά μας μόνοι για κανα δυό ωρίτσες γιατί, σου είπα, πρέπει να γυρίσω νωρίς.»
«Να γυρίσεις τώρα. Και να πείς της γυναίκας σου ότι, με τα χάλια του περιβάλλοντος, τα ψάρια λιγόστεψαν» του είπε απότομα. «Και με τις παπάρες του Κοέλο ξενέρωσα κι εγώ. Άσε με τώρα να διαβάσω αυτόν που έχει βρεί το κουμπί μου και με ξεσηκώνει. Μπορεί να επωφεληθείς μετά.»
«Καλά, κουκλί μου, ελπίζω μέχρι αύριο να σου ʽχουν περάσει τα νευράκια. Θα κανονίσω να πάμε ʽκυνήγιʼ με τον Ανέστη απʼ τα ξημερώματα και θα ʽχουμε σχεδόν όλη τη μέρα δική μας».
«Δεν της λες ότι θα πάτε για σαφάρι καλύτερα;» του είπε σαρκαστικά κι εκείνος σηκώθηκε να φύδει κι έσκυψε να τη φιλήσει ενώ σκεφτόταν ήδη την εναλλακτική λύση για να καταναλώσει την περίσσια τεστοστερόνη του.
Εκείνη τραβήχτηκε προς τα πίσω πειραγμένη. Η καρέκλα της έγειρε και η πλάτη της ακούμπησε με δύναμη στην πλάτη του ...ωτακουστή κάνονας τα ρέιμπαν να γλυστρήσουν στη μύτη του. Έστριψε ανατριχιασμένος καθώς ο Γουίνι και οι τρίχες του απομακρύνονταν και, ξεροβήχοντας από αμηχανία, ζήτησε συγνώμη κι έσπρωξε τα γυαλιά στη θέση τους.
«Εμένα να με συγχωρείτε» του είπε κοιτώντας τον κατάμματα πριν τα μάτια του κρυφτούν πίσω απʼ τα σκούρα γυαλιά. Χαμογέλασε.
«Έχουμε ξανασυναντηθεί;» τον ρώτησε. Ένοιωσε τα γόνατά του να λύνονται. Δεν πίστευε ότι η γυναίκα αυτή του έδινε την ευκαιρία να της μιλήσει, να την πλησιάσει.
«Στα όνειρά μου σίγουρα» της είπε, δίνοντας κρυφά συγχαρητήρια στον εαυτό του για την έμπνευση.
«Υπερβάλλετε» του είπε κολακευμένη. Το μυαλό του έτρεχε με χίλια. Έρριξε μια ματιά στο βάθος για να σιγουρευτεί ότι ο αρκουδιάρης είχε φύγει, έστριψε την καρέκλα του στα πλάγια, ρούφηξε το στομάχι του και τέντωσε την πλάτη του αποφασισμένος να τα παίξει όλα για όλα.
«Καθόλου δεν υπερβάλλω, κι αν δεν ήσασταν δεσμευμένη με τον συμπαθή κύριο που μόλις έφυγε, ευχαρίστως θα σας περιέγραφα αυτά μου τα όνειρα.»
«Χα, χα, χα,» γέλασε γάργαρα. «Μου θυμίζετε κάτι που διαβάζω τώρα τελευταία. Ο συγγραφέας έχει έναν τέτοιο τρόπο να προσεγγίζει μια γυναίκα, δε λέω, πολύ, πώς να το πω, επιθετικά τρυφερό; Και έτσι για να βάλουμε τα πράγματα στη θέση τους, δεν θεωρώ τον εαυτό μου δεσμευμένο με αυτόν τον κύριο. Θα τον περιέγραφα ως προσωρινό αναγκαίο κακό» συνέχισε με μια σκιά στο βλέμμα της.
«Και ...αυτό που διαβάζετε, αν μου επιτρέπετε, τι είναι;» είπε φωναχτά ενώ από μέσα του σκέφτηκε ʽας παίξουμε στην έδρα μουʼ.
«Α, ένας νέος συγγραφέας, Νίκο Σιγάλα τον λένε, μʼ έχει συναρπάσει. Γράφει τόσο τρυφερά, τόσο υπόγεια ερωτικά, πώς να το περιγράψω, με αναστατώνει θα έλεγα».
«Μπορώ να δω το βιβλίο του;» ρώτησε ο Σιγάλας προσπαθώντας να διατηρήσει σταθερή τη φωνή του. Αυτή έσκυψε δίνοντάς του την ευκαιρία να θαυμάσει τα στήθια της που ξεχείλιζαν στο μικροσκοπικό μαγιό. Ξεροκατάπινε καθώς εκείνη του έδινε το βιβλίο. Το βιβλίο του!
Το κράτησε στα χέρια του για λίγο αμίλητος. Κοίταξε το εξώφυλλο, αμίλητος για λίγο, σαν να το μελετούσε και το ακούμπησε τελετουργικά πάνω στο τραπέζι του.
«Μπορώ να το κρατήσω;» της είπε χαμογελώντας.
«Μα...» είπε αυτή απορημένη.
«Μην ανησυχείτε, θα το διαβάσετε μέχρι το τέλος. Επιτρέψτε μου να το αντικαταστήσω μʼ αυτό», της είπε και της έδωσε το δικό του με την αφιέρωση. ʽΜπίνγκο!ʼ, σκέφτηκε.
Η θεά πήρε το βιβλίο στα χέρια της, ʽτι χέρια θεέ μουʼ αναλογίστηκε αυτός ενώ κατέβαζε τα ρέιμπαν και τα ακουμπούσε στο τραπέζι του.
Αυτή άνοιξε το εξώφυλλο και, μη πιστεύοντας στα μάτια της, άρχισε να διαβαζει την αφιέρωση κάτω από τη φωτογραφία του συγγραφέα. Γύρισε αποσβολωμένη και αντίκρυσε τα καταγάλανα μάτια του να την κοιτούν μʼ αυτή την έκφυλη σεμνότητα που έβγαινε και στα γραπτά του και γίνονταν ακόμη πιο λάγνα από τη μυωπία του.
«Εσείς;» ψέλισε στρίβοντας ακόμη περισσότερο την καρέκλα της, σχεδόν ακουμπώντας τον.
ʽΑν δεν φύγουμε σύντομαʼ, σκέφτηκε νοιώθοντας τη θέρμη της να του καίει το μπράτσο, ʽθα γίνω ρεζίλι με το φουσκωμένο σορτσάκιʼ.
«Αυτοπροσώπως και έκθαμβος» της απάντησε. «Νίκος Σιγάλας. Περιττό να προσθέσω το βαθιά κολακευμένος από την κριτική σας. Να σας προσφέρω κάτι; Όχι βεβαίως την ταπεινή σαλάτα μου» αστειεύτηκε για να διώξει προσωρινά την κάψα που τον κυρίευε.
«Δεν είναι ανάγκη, με χορταίνουν τα γραπτά σας άλλωστε» προσπάθησε να αστειευτεί κι αυτή, «Θα μπορούσα να μιλάω ώρες γι αυτά»
ʽΏπα, επίθεση, επίθεσηʼ είπε για να πείσει τον εαυτό του. ʽΠού ʽσαι Γιάννη να μαθαίνεις!ʼ
«Τότε μπορούμε να συνεχίσουμε την κουβέντα κάπου πιο ήσυχα» της είπε κοιτώντας την κατάμματα.
«Τιμή μου. Τι θα λέγατε να σας προσφέρω εγώ κάτι στο σπίτι μου. Νʼ αλλάξω κιόλας σε κάτι πιο σεμνό» του είπε γελώντας γάργαρα.
«Δεκτή η προσφορά» της είπε ενώ έβγαζε ένα χαρτονόμισμα και σηκώθηκε αφήνοντάς το στο τραπέζι δίπλα στην απείραχτη χωριάτικη. Ξαναφόρεσε τα ρέιμπαν και της πρόσφερε το χέρι του για να σηκωθεί κι αυτή. «Χωρίς την αλλαγή ρούχων για να εμπνέομαι για το νέο μου βιβλίο...»
...................................................................
Βράδυ, αργά. Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού του και μπήκε κλείνοντάς την με προσοχή. Τα φώτα ήταν σβηστά. Περπάτησε στις μύτες των ποδιών του και μπήκε στην κρεβατοκάμαρα. Η γυναίκα του ήταν ξύπνια. Με ακουμπισμένη την πλάτη στα μεγάλα μαξιλάρια, γύρισε προς το μέρος του χαμηλώνοντας το βιβλίο που διάβαζε. Ο Αλχημιστής του Κοέλο! ʽΔίκιο είχε ο Φώτης, ο κουλτουριάρης βιοτέχνης ρούχων με την Πόρσε Καγιέν που της το έδωσε μετά τον κτηνώδη έρωτα στο πίσω κάθισμα το απόγευμα... Καλός ο Κοέλο, καλός και ο Φώτης. Πολύ τριχωτός, όμως ρε παιδάκι μου. Φτύνω ακόμα τρίχες..., αλλά κι ο δικός μου καλό φυντάνι, πού να ξέρει τι τον περιμένει...ʼ
«Άργησες γλυκέ μου» του είπε με σφυριχτή φωνή. «Πώς πήγε το ...γράψιμο; Είχες καμμιά καλή έμπνευση;»
Διέκρινε μια ειρωνεία στη φωνή της, ή του φάνηκε έτσι από τις ενοχές του;
«Μιά χαρά! Άργησα γιατί το μεσημέρι ήρθε κι ο Γιάννης και πιάσαμε τα ούζα. Κανονίσαμε να πάμε αύριο στη γνωστή ταβέρνα. Θα πάμε μαζί κι ο Γιάννης με τη γυναίκα του.»
«Δεν νομίζω, το ούζο του Γιάννη έκατσε βαρύ στη γυναίκα του. Τον έπιασε με κάποιον Ανέστη σʼ ένα παραλιακό γαμιστράδικο και τον έστειλε αδιάβαστο σήμερα το μεσημέρι. Δεν είναι όλοι σαν κι εμάς αγάπη μου, πιστοί ο ένας στον άλλον... Έτσι δεν είναι;» του είπε χαμογελώντας ειρωνικά κλείνοντας το λαμπατέρ και αφήνοντάς τον στο σκοτάδι.
Μα πολύ σκοτάδι....


Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/

Δευτέρα, Ιανουαρίου 07, 2008

Χέρια: 1η εκδοχή τέλους

Χρόνια πολλά και καλή χρονιά σε όλους!
Λοιπόν, από σήμερα αρχίζω και δημοσιεύω τις εκδοχές του τέλους του διηγήματος "Χέρια", το οποίο πόσταρα αναλοκλήρωτο πριν από λίγο καιρό. Κάθε δύο μέρες θα "ανεβάζω" μία ή δύο εκδοχές (ανάλογα με τον όγκο της καθεμιάς) και στο τέλος θα "ανεβάσω" και τη δική μου.
Συνολικά, έλαβα 11 εκδοχές, από τις οποίες ωστόσο "πήρα την άδεια" να δημοσιεύσω μόνο τις πέντε (τέσσερις, για την ακρίβεια, έχω στα χέρια μου, η πέμπτη... αγνοείται! -Κάτι έκανα και την έχασα, ελπίζω η συγγραφέας να μου την ξαναστείλει).
Όσοι θέλετε να διαβάσετε το ανολοκλήρωτο διήγημα για να μπείτε στον ειρμό πριν διαβάσετε τις διαφορετικές εκδοχές του τέλους, δεν έχετε παρά να κλικάρετε τα παρακάτω λινκ:

Χέρια (Α΄ μέρος)

Χέρια (Β΄ μέρος)

Χέρια (Γ΄ μέρος)

Τις εκδοχές θα τις δημοσιεύσω κατά σειράν που τις έλαβα. Ξεκινάμε, λοιπόν, με την εκδοχή της αγαπητής Dora Tsirka.

Tα σχόλια δικά σας!


To μελαχρινό αντικείμενο του πόθου του, είχε λοιπόν τεκμηριωμένη άποψη και σίγουρα δεν έχαβε αμάσητο ό,τι της σερβίριζε ο νεάντερνταλ εραστής του γλυκού νερού και της «ποιοτικής» λογοτεχνίας. Έστησε αυτί για να ακούσει το όνομα αυτού του «πολύ ωραίου άντρα και καταπληκτικού λογοτέχνη», αλλά το παράνομο ζεύγος είχε μάλλον άλλη άποψη.
«Απορώ τι δουλειά έχω τελικά μαζί σου, αν δεν μπορούμε να τα βρούμε έστω και σε έναν λογοτέχνη που να αρέσει και στους δυο μας», είπε με έντονη και ενοχλημένη φωνή η καλλονή στον κακονό και του γύρισε επιδεικτικά την πλάτη στρεφόμενη προς το μέρος του ωτακουστή.
«Μωρό μου, άλλα σε πειράζουν κι αλλού ξεσπάς», άρχισε τις γαλιφιές ο Γουίνι. «Μην μου θυμώνεις και γω έκανα τ’ αδύνατα δυνατά να βρεθούμε έστω και λίγες ώρες αγκαλίτσα».
Η γυναίκα δεν απάντησε. Το σκοτεινό της βλέμμα είχε απορροφήσει η εικόνα του άντρα που προσποιούνταν ότι διάβαζε αμέριμνος το βιβλίο, το δικό του βιβλίο παρά τη συνήθειά του να μην ξαναγυρίζει στα κείμενα που είχε γράψει και αποχαιρετήσει με την έκδοσή τους. Αλλά στη δύσκολη ώρα και οι πιο μεγάλοι όρκοι καταπατιούνται. Ειδικά όταν πρόκειται για μια τέτοια γυναίκα.
«Ορίστε! Δεν είναι μόνο τα ρομαντικά χαζοκόριτσα που διαβάζουν τα έργα του. Και άντρες της ηλικίας σου εκτιμούν αυτό το λαμπερό πνεύμα, τη σπάνια γραφή του» διέκοψε η γυναίκα τον Γουίνι δεικτικά, σχεδόν δείχνοντας με το δάκτυλο εκείνον.
Κανονικά θα έπρεπε εκείνη την ώρα να κατεβάσει το βιβλίο και να αποκαλύψει το πρόσωπό του, αυτό το «καταπληκτικό» πρόσωπο που της άρεσε τόσο πολύ, αποκαλύπτοντας συγχρόνως και την ταυτότητά του. Είχε πλέον όλα τα ατού στα χέρια του και ο Φώτης έμπαινε πια σε τραγικά δεύτερη μοίρα, αφού δεν έπιανε μία μπροστά του και σε μυαλό και σε κορμί. Έλα μου, όμως, που εκείνη την ώρα κώλωσε λες και ήταν πρώτη Δημοτικού, σαν το γιο του και του βάζαν πρόβλημα για ολοκληρώματα.
«Έλα, μωράκι, που τα παίρνεις όλα σοβαρά. Μια κουβέντα είπα και την έδεσες κόμπο. Αφού ξέρεις πόσο ψηλά σε έχω και πόσο θέλω να ζήσουμε μαζί στην φωλίτσα μας, όταν θα μεγαλώσουν λίγο τα παιδιά. Κάνε και συ λίγη υπομονή.», συνέχισε με τον ίδιο γλοιώδη τόνο ο Φώτης, βάζοντας το τριχωτό του χέρι γύρω από το μπούστο της και σχεδόν γυρίζοντάς την βίαια προς το μέρος του.
Η μεγάλη ευκαιρία είχε χαθεί. Τώρα τι να έκανε; Να της χτυπούσε την πλάτη μπροστά στον γκόμενο και να της έδινε απροκάλυπτα το βιβλίο; Ήθελε να μουτζώσει τον εαυτό του που έχασε μια τέτοια σπάνια ευκαιρία. Τώρα έπρεπε να περιμένει να πάει ο αρκούδος για μπάνιο ή προς νερού του για να εφαρμόσει νέο πλάνο προσέγγισης.
«Μπαμπαααά! Ήρθαμε!» ακούστηκε από μακριά η φωνή του γιου του.
Αυτό κι αν ήταν κατραπακιά. Δεν φτάνει που έπρεπε να το παίζει καλός στη γυναίκα του μετά τον σκυλοκαυγά, έχανε και κάθε ευκαιρία, μια και έπρεπε να φάει την υπόλοιπη ώρα του παίζοντας με τον κανακάρη του. Ήταν τελικά της μοίρας του να μην αγγίξει ποτέ αυτά τα θεσπέσια χέρια και φυσικά και όλο το υπόλοιπο αλαβάστρινο κορμί. Θα τον στοίχειωνε η εικόνα της και θα την έκανε ηρωΐδα του στο επόμενο μυθιστόρημά του. Θα την έκανε, λοιπόν, διάσημη!
«Φώτη; Κι εσύ εδώ;» Άκουσε τη φωνή της γυναίκας του που απευθυνόταν στον διπλανό μαλλιαρό αντίζηλο.
«Τι κάνετε; Είδατε έκπληξη; Να σας συστήσω την αδερφούλα μου που ήρθε από Γερμανία για διακοπές και την έφερα να κάνει κανένα μπανάκι και να δει γαλάζια θάλασσα που την έφαγε η λασπουριά. Γωγώ, να σου συστήσω τη μητέρα του Σταμάτη. Ο Σταμάτης είναι ο καλύτερος φίλος του Χρήστου», έκανε τις συστάσεις ο κεραυνοβολημένος Φώτης.
Έβλεπε το ζεύγος να κάνει τις τυπικές χαιρετούρες με τη γυναίκα του και από το ύφος της κατάλαβε ότι πολύ σύντομα θα τον έβαζε και κείνον στο παιχνίδι της χαιρετούρας. Με αηδία σκέφτηκε ότι έπρεπε να πιάσει το τριχωτό χέρι του Γουίνι, ευχόμενος να μην έχει μαλλιά και στην ιδρωμένη παλάμη του. Αλλά αμέσως άλλαξε η διάθεσή του, σκεπτόμενος ότι θα κρατούσε επιτέλους το χεράκι εκείνης της αιθέριας ύπαρξης που είχε μονοπωλήσει το ενδιαφέρον του τις τελευταίες ώρες.
Έδωσε το χεράκι πειθήνια χαιρετώντας πρώτα τον αρκούδο και μετά την Γωγώ και προσπάθησε να φέρει την παλάμη του τυχαία κοντά στη μύτη του, για να μυρίσει το άρωμα εκείνης. Εξάλλου σχεδόν κανείς δεν τον πρόσεχε τώρα. Ο Φώτης ήταν περισσότερο απασχολημένος με το γιο και τη γυναίκα του, για να το παίξει αφοσιωμένος πατέρας και να πείσει την δικιά του την γάτα ότι όλα ήταν νόμιμα και δεν υπήρχε τίποτε για να τον υποπτευθεί. Όμως εκείνα τα μαύρα μάτια της Γωγώς ήταν καρφωμένα πάνω του όλο έκπληξη και θαυμασμό. Ίσως η κοπέλα να ένιωθε και κάποια ντροπή που τους είχε ακούσει να μαλώνουν για την πάρτη του και φυσικά περισσότερο θα ντρεπόταν που ο αγαπημένος της συγγραφέας είχε καταλάβει ότι ήταν μαιτρέσα ενός παντρεμένου.
Μόλις είδε το Φώτη να πηγαίνει με τη γυναίκα και τον τέκνο του προς το μπαρ για να τους κεράσει, άλλο ένα καλόπιασμα για την ένοχη συνείδησή του, βρήκε την ευκαιρία και πήρε το βιβλίο από το τραπεζάκι και της το απόθεσε απαλά σ’ αυτά τα κρινένια χέρια. Εκείνη δεν είπε τίποτε, παρά μόνο ένα σιγανό «Ευχαριστώ».
Δεν θα προλάβαιναν εξάλλου να πουν και πολλά γιατί η κουστωδία κατέφθασε με κόκα κόλες και σάντουιτς στα χέρια. Η Γωγώ βύθισε βιαστικά το βιβλίο στην πελώρια τσάντα της και πήρε μια συμμαζεμένη θέση πάνω στη σεζ λονγκ βάζοντας πάνω από το αποκαλυπτικό της μπούστο το παρεώ της. Αυτή η σεμνή εκδοχή της τον ερέθιζε περισσότερο. Τελικά ήταν θαυμάστρια και σίγουρα όχι πουτάνα, αυτή η τόσο αισθησιακή γυναίκα. Και σίγουρα, αν αυτό που ήθελε ήταν πρωτίστως η πνευματική επικοινωνία, θα την είχε μαζί του και σε πιο ποιοτικό βαθμό και σε μεγαλύτερη ποσότητα. Εξάλλου, ήταν και ένας «πάρα πολύ ωραίος άντρας», ειδικά σε σχέση με τον αρκουδιάρη που αγκάλιαζε μέχρι σήμερα. Η αφιέρωση που κοιμόταν στον πάτο της τσάντας της, υποσχόταν νύχτες έρωτα και πάθους με την γυναίκα που αποφάσισε να κάνει μούσα του. Τουλάχιστον μέχρι το επόμενο μυθιστόρημα.



Θα με βρείτε και εδώ: http://www.fasoulasonline.com/